Τελευταία Νέα
Ενέργεια

Τρόμος για τον χειμώνα στην Ευρώπη: Άδειες οι αποθήκες φυσικού αερίου, πετρέλαιο στα 100 δολ... πλησιάζει το ενεργειακό σοκ

Τρόμος για τον χειμώνα στην Ευρώπη: Άδειες οι αποθήκες φυσικού αερίου, πετρέλαιο στα 100 δολ... πλησιάζει το ενεργειακό σοκ
Το κλίμα έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί έντονο προβληματισμό στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις
Σχετικά Άρθρα
Η νέα έξαρση των συγκρούσεων γύρω από το Ιράν έχει προκαλέσει ισχυρές ανατιμήσεις στις ενεργειακές αγορές αυτή την εβδομάδα, με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να καταγράφουν σημαντική άνοδο και τις ανησυχίες για αναζωπύρωση του πληθωρισμού να εντείνονται.
Το κλίμα έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί έντονο προβληματισμό στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Στην αγορά ενέργειας, τα ευρωπαϊκά συμβόλαια φυσικού αερίου έχουν ανέλθει σε υψηλά τριών ετών, ενώ το πετρέλαιο κινείται πλέον κοντά στο όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι. Η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί εκ νέου τον κίνδυνο σοβαρών διαταραχών στις ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο. Την ίδια στιγμή, οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ στην Ευρώπη έχουν διαμορφωθεί σε επίπεδα που αντιστοιχούν σε τιμή πετρελαίου άνω των 350 δολαρίων το βαρέλι, έναντι άνω των 150 δολαρίων στις ΗΠΑ.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την αναζωπύρωση των αμερικανικών επιθέσεων εναντίον ιρανικών υποδομών τις τελευταίες ημέρες, έπειτα από μια περίοδο σχετικής αποκλιμάκωσης. Η Τεχεράνη απάντησε στρέφοντας μέρος των ενεργειών της εναντίον της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, τον πλέον κρίσιμο θαλάσσιο δίαυλο για τη μεταφορά ενέργειας παγκοσμίως.
Για την Ευρώπη, η συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς τα αποθέματα φυσικού αερίου παραμένουν χαμηλά ενόψει του χειμώνα. Παράλληλα, οι περιορισμένες δυνατότητες των διυλιστηρίων διεθνώς δυσκολεύουν περαιτέρω την επάρκεια της αγοράς σε καύσιμα.

Συναγερμός στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις

Η απότομη άνοδος του ενεργειακού κόστους έχει αρχίσει να προκαλεί έντονη ανησυχία στους Ευρωπαίους πολιτικούς, καθώς γίνεται όλο και πιο σαφές ότι μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να επιβαρύνει τόσο την οικονομική δραστηριότητα όσο και τα δημόσια οικονομικά.
Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Jean-Noel Barrot, μιλώντας την Τρίτη για την εξωτερική πολιτική κατά την επιστροφή της πολιτικής δραστηριότητας μετά τις θερινές διακοπές, χαρακτήρισε τις υψηλές τιμές ενέργειας σημαντικό κίνδυνο για τα δημοσιονομικά της Γαλλίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση προετοιμάζεται για δύσκολες διαπραγματεύσεις σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2027.
«Πέρυσι, οι τιμές του πετρελαίου ήταν στα 70 δολάρια, φέτος είναι στα 90», δήλωσε. «Αυτό σημαίνει: χαμηλότερη ανάπτυξη, χαμηλότερα φορολογικά έσοδα και μικρότερα περιθώρια ελιγμών».
Το Brent κινήθηκε περίπου στα 95 δολάρια το βαρέλι το πρωί της Τετάρτης στο Λονδίνο, καταγράφοντας εβδομαδιαία άνοδο 6,6%. Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια ντίζελ, αν και σημείωσαν μικρή υποχώρηση την Τετάρτη, είχαν προηγουμένως ενισχυθεί περίπου 5% σε καθεμία από τις τρεις προηγούμενες συνεδριάσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία της ICE Futures Europe.
Την ίδια ώρα, το φυσικό αέριο, βασικό ενεργειακό προϊόν για την ευρωπαϊκή βιομηχανία αλλά και για τη θέρμανση των νοικοκυριών, έχει σημειώσει άνοδο 11% μέσα στην εβδομάδα. Οι σημερινές αναφορές της αγοράς επιβεβαιώνουν ότι το ευρωπαϊκό TTF κινείται σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από το 2023.

Νέα κλιμάκωση ΗΠΑ – Ιράν

Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις προχώρησαν στον δεύτερο γύρο επιθέσεων εναντίον του Ιράν μέσα σε διάστημα τριών ημερών. Στο στόχαστρο βρέθηκαν συστήματα ραντάρ, καθώς και δυνατότητες τοποθέτησης ναρκών κατά μήκος των νότιων ακτών της χώρας.
Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, η αμερικανική επιχείρηση διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει και ιρανικά πετρελαιοφόρα. Ο πρόεδρος Donald Trump έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ακολουθήσουν και νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις drones και πυραύλων εναντίον αμερικανικών βάσεων σε διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής. Το Ιράν υποστήριξε ότι έπληξε στόχους στο Κουβέιτ, την Ιορδανία, το Μπαχρέιν, το Ιράκ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Το φυσικό αέριο παίρνει ξανά την ανιούσα

Για τρίτη συνεχόμενη ημέρα ενισχύθηκαν οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου, καθώς η νέα στρατιωτική αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν ενίσχυσε τους φόβους ότι οι ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ μπορεί να παραμείνουν περιορισμένες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η εξάμηνη σύγκρουση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στις ενεργειακές εξαγωγές μέσω του Ορμούζ. Υπό κανονικές συνθήκες, από τον συγκεκριμένο θαλάσσιο διάδρομο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και LNG.
Μέχρι σήμερα, οι εναλλακτικές διαδρομές μέσω αγωγών, αλλά και οι ανεπίσημες ροές από παραγωγούς της Μέσης Ανατολής, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν συμβάλει στην αποτροπή μιας ολοκληρωτικής πετρελαϊκής κρίσης.
Ωστόσο, η νέα επιδείνωση της κατάστασης δημιουργεί τον κίνδυνο μιας πολύ βαθύτερης οικονομικής αναταραχής, εάν οι περιορισμοί στις μεταφορές ενέργειας παραταθούν.

Νέο πλήγμα από τον πόλεμο στην Ουκρανία

Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια αγορά καυσίμων βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν ακόμη παράγοντα πίεσης. Οι αλλεπάλληλες ουκρανικές επιθέσεις με drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων περιορίζουν την παραγωγή και τις διαθέσιμες ποσότητες καυσίμων, με το ντίζελ να βρίσκεται στο επίκεντρο των πιέσεων.
Η κατάσταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια της Ευρώπης να ενισχύσει τα αποθέματα φυσικού αερίου πριν από την έναρξη του χειμώνα. Αυτή τη στιγμή, οι αποθήκες είναι γεμάτες μόλις κατά 65%, το χαμηλότερο εποχικό επίπεδο που έχει καταγραφεί σε στοιχεία από το 2009.
Και ενώ η συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στην τιμή του αργού πετρελαίου, το μεγαλύτερο πρόβλημα ενδέχεται να βρίσκεται στην περιορισμένη διαθεσιμότητα τελικών προϊόντων, όπως η βενζίνη και το ντίζελ.
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτελούν έναν από τους παράγοντες που περιορίζουν την προσφορά. Παράλληλα, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει μειώσει τον αριθμό των φορτίων διυλισμένων καυσίμων που αναχωρούν από τον Περσικό Κόλπο, ενώ ορισμένα διυλιστήρια αδυνατούν να λειτουργήσουν κανονικά εξαιτίας του πολέμου.
«Νομίζω ότι οι τιμές του πετρελαίου δεν είναι πλέον το βασικό στοιχείο στο οποίο πρέπει να επικεντρωνόμαστε. Αυτό που πρέπει να κοιτάμε είναι οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ, και το ντίζελ τιμολογείται σαν το πετρέλαιο να βρίσκεται στα 140 δολάρια», δήλωσε ο Thomas Pugh, επικεφαλής οικονομολόγος της RSM UK.
«Όλοι χρησιμοποιούμε ουσιαστικά τις τιμές του πετρελαίου ως δείκτη για τον πληθωρισμό που σχετίζεται με το πετρέλαιο, επειδή συνήθως αυτό λειτουργεί. Αυτή τη στιγμή, όμως, νομίζω ότι αυτό πιθανότατα υποτιμά μέρος των επιπτώσεων».

Στο στόχαστρο και τα ομόλογα

Η νέα άνοδος των ενεργειακών τιμών έχει αρχίσει να μεταφέρεται και στις αγορές κρατικού χρέους, οδηγώντας υψηλότερα τις αποδόσεις των ομολόγων διεθνώς.
Οι αποδόσεις έχουν ήδη εκτοξευθεί στα υψηλότερα επίπεδα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, την ώρα που μεγάλες οικονομίες, όπως η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ, εξακολουθούν να διατηρούν υψηλές δημόσιες δαπάνες.
Η εξέλιξη αυτή περιπλέκει ακόμη περισσότερο το έργο των μεγάλων κεντρικών τραπεζών, οι οποίες καλούνται να σταθμίσουν την απειλή ενός νέου πληθωριστικού κύματος και να εξετάσουν ακόμη και το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων.
«Οι υψηλές τιμές ενέργειας έχουν αρχίσει να αποκτούν μεγαλύτερη σημασία για τις προοπτικές του πληθωρισμού», δήλωσε η Florence Schmit, ανώτερη στρατηγικός αναλυτής ενέργειας στη Rabobank.
Οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις έχουν ήδη οδηγήσει τους traders να αυξήσουν τα στοιχήματά τους για τουλάχιστον τρεις ακόμη αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τόσο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και από την Τράπεζα της Αγγλίας έως τα μέσα του 2027.
Για το σύνολο του τρέχοντος έτους, οι αγορές χρήματος προεξοφλούν συνολικές αυξήσεις περίπου 50 μονάδων βάσης από την ΕΚΤ και 23 μονάδων βάσης από την Τράπεζα της Αγγλίας.

Πίεση στη Βρετανία

Η μαζική έξοδος επενδυτών από τα κρατικά ομόλογα αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρό προειδοποιητικό σήμα για τον Βρετανό πρωθυπουργό Andy Burnham, καθώς η κυβέρνηση επιστρέφει στο κοινοβούλιο αντιμέτωπη με τα προβλήματα των δημόσιων οικονομικών.
Η εξέλιξη έχει περιορίσει κατά 12 δισ. λίρες, ποσό που αντιστοιχεί σε 16,2 δισ. δολάρια, το δημοσιονομικό περιθώριο της κυβέρνησης. Την ίδια στιγμή, οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών τίτλων εκτινάχθηκαν αυτή την εβδομάδα στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών.
Η αυξημένη ανάγκη χρηματοδότησης των κρατικών δαπανών σε οικονομίες όπως η Ιαπωνία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να εκδίδουν μεγάλες ποσότητες χρέους. Αυτό οδηγεί τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερη απόδοση προκειμένου να διακρατούν ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας.
Την ίδια ώρα, η τεράστια χρηματοδοτική ανάγκη που δημιουργεί η επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα κεφάλαια και συμβάλλει στην περαιτέρω αύξηση του κόστους δανεισμού.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου, που αποτελεί παγκόσμιο σημείο αναφοράς για το κόστος δανεισμού, αυξήθηκε την Τετάρτη στο 4,81%, στο υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2023. Η άνοδος αυτή ασκεί πρόσθετες πιέσεις στο κόστος χρηματοδότησης και άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών.
Στην Ιαπωνία, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου έφτασε την Τρίτη στο 3%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από τον προηγούμενο αιώνα.
Το συνολικό σκηνικό διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για την παγκόσμια οικονομία: ακριβότερη ενέργεια, εντονότερες πληθωριστικές πιέσεις, υψηλότερο κόστος δανεισμού και περιορισμένο δημοσιονομικό περιθώριο.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης